Την ημέρα που πήγα να υπογράψω τη νέα μου δουλειά, ένιωθα σαν να περπατάω σε λεπτό πάγο. Η Αθήνα έβραζε από ζέστη, τα λεωφορεία ήταν γεμάτα, κι εγώ κρατούσα έναν φάκελο με το βιογραφικό μου και ένα στυλό που μου είχε χαρίσει ο πατέρας μου. «Επιτέλους, σταθερός μισθός», σκέφτηκα. Όμως, στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε μια λέξη που δεν έφευγε: δικαίωμα. Δεν ήξερα πολλά για το εργατικό δίκαιο, μόνο ότι υπάρχουν νόμος, κανόνες και ότι το σύνταγμα μιλάει για την αξιοπρέπεια του εργαζόμενου.
Στο γραφείο της εταιρείας με υποδέχτηκε ο υπεύθυνος προσωπικού, ο κύριος Νίκος. Μου χαμογέλασε, αλλά το βλέμμα του ήταν βιαστικό. «Λοιπόν, Άρη, εδώ είναι η σύμβαση. Είναι τυπική, μην ανησυχείς. Υπογράφεις και ξεκινάς από Δευτέρα». Κοίταξα τις σελίδες: ωράριο “ευέλικτο”, υπερωρίες “όταν χρειάζεται”, και μια παράγραφος που έλεγε ότι μπορεί να αλλάξει ο μισθός “ανάλογα με τις ανάγκες”. Σήκωσα τα μάτια. «Αυτό επιτρέπεται;» ρώτησα. Εκείνος αναστέναξε. «Έτσι κάνουν όλοι. Αν δεν σου ταιριάζει, υπάρχουν κι άλλοι υποψήφιοι». Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά, σαν να είχε ήδη αρχίσει μια δίκη μέσα μου.
Το απόγευμα βρέθηκα με τη φίλη μου τη Μαρία σε ένα καφέ στο Παγκράτι. Η Μαρία δουλεύει σε ΜΚΟ και πάντα μιλάει για δικαιοσύνη, δικαιώματα και ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο. Της έδειξα τη σύμβαση. Την διάβασε αργά, σαν να άκουγε μια κακή ιστορία. «Άρη, αυτό δεν είναι απλώς “σκληρό”. Μπορεί να είναι παράνομο. Το εργατικό δίκαιο προστατεύει τον εργαζόμενο. Υπάρχει νόμος για τις υπερωρίες, για το ωράριο, για τις αμοιβές. Κι αν σε πιέζουν να υπογράψεις, αυτό είναι θέμα ηθικής, αλλά και νομικό». «Και τι να κάνω;» ψιθύρισα. «Να μιλήσεις με δικηγόρο. Έστω μια συμβουλή. Υπάρχουν και δωρεάν υπηρεσίες νομικής βοήθειας σε κάποιους φορείς».
Την επόμενη μέρα, με τα νεύρα τεντωμένα, πήγα σε ένα μικρό γραφείο κοντά στο Ειρηνοδικείο, όπου μου είχαν πει ότι μια δικηγόρος δέχεται για σύντομες συμβουλές. Η κυρία Σταυρούλα είχε ήρεμη φωνή και ράφι γεμάτο φακέλους. «Πες μου τι έγινε», είπε. Της εξήγησα την πίεση, την απειλή ότι “υπάρχουν κι άλλοι”, και της έδωσα τη σύμβαση. Εκείνη υπογράμμισε σημεία με μολύβι. «Εδώ έχουμε όρο ασαφή για τον μισθό. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστικό. Και για τις υπερωρίες, πρέπει να φαίνονται, να πληρώνονται. Αν υπάρξει διαφωνία, μπορεί να φτάσει σε δικαστήριο, αλλά πρώτα υπάρχουν άλλοι δρόμοι: καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας, διαπραγμάτευση, έγγραφη διευκρίνιση. Δεν χρειάζεται να πας κατευθείαν σε δίκη».
Την ρώτησα, σχεδόν ντροπιασμένος: «Κι αν με απολύσουν πριν καν αρχίσω; Θα είμαι ένοχος που “τα ζήτησα πολλά”;» Η Σταυρούλα χαμογέλασε χωρίς ειρωνεία. «Στο δίκαιο δεν μιλάμε έτσι. Δεν είσαι ένοχος ούτε αθώος επειδή ζητάς να ξεκαθαρίσει μια σύμβαση. Έχεις δικαίωμα να γνωρίζεις τι υπογράφεις. Αν μια εταιρεία αντιδρά με απειλές, αυτό λέει κάτι για εκείνη, όχι για σένα. Αν κάποτε γίνει κατηγορία ή διαφορά, τότε θα υπάρχουν στοιχεία, μάρτυρες, διαδικασία, και στο τέλος μια απόφαση. Αλλά εδώ το θέμα είναι να προστατέψεις τον εαυτό σου πριν χρειαστεί ποινή ή αποζημίωση».
Με τις σημειώσεις της στο μυαλό, γύρισα στο γραφείο του κυρίου Νίκου. Είχα ιδρώσει, αλλά αυτή τη φορά δεν ένιωθα μόνος. «Θέλω μια διευκρίνιση γραπτώς για τον μισθό και για τις υπερωρίες», είπα. Εκείνος σήκωσε το φρύδι. «Ποιος σου τα είπε αυτά;» «Μίλησα με δικηγόρο. Δεν ζητάω κάτι παράλογο. Ζητάω να είναι καθαρός ο νόμος ανάμεσά μας». Για λίγα δευτερόλεπτα υπήρχε σιωπή, σαν να περιμέναμε την ετυμηγορία ενός δικαστηρίου. Μετά, ο τόνος του μαλάκωσε. «Εντάξει. Θα το δούμε. Στείλε μου τι θες με email».
Το ίδιο βράδυ περπάτησα στην πλατεία Βικτωρίας και παρατήρησα ανθρώπους που έτρεχαν να προλάβουν τη ζωή τους: ντελιβεράδες, φοιτητές, γονείς με καρότσια. Σκέφτηκα πόσο εύκολα κάποιος μπορεί να υπογράψει από ανάγκη και πόσο δύσκολο είναι να διεκδικήσει δικαιοσύνη όταν φοβάται. Δεν ήξερα αν η εταιρεία θα μου δώσει τελικά δίκαιους όρους ή αν θα με απορρίψει. Όμως ένιωθα ότι είχα κάνει κάτι σημαντικό: είχα ακούσει το ένστικτό μου και είχα θυμηθεί ότι το σύνταγμα και το δίκαιο δεν είναι θεωρία· είναι εργαλεία για να μην μένεις σιωπηλός.