Έφτασα στην Τήνο ένα απόγευμα με δυνατό μελτέμι, κι ένιωσα αμέσως ότι το νησί δεν ήταν μόνο άσπρα σπίτια και καρτ-ποστάλ. Η θάλασσα χτυπούσε τον μόλο και ο αέρας μύριζε θυμάρι και αλάτι, αλλά μαζί υπήρχε κι ένα άγχος, σαν κάτι να ζητούσε προσοχή. Είχα έρθει για λίγες μέρες δουλειάς, όμως η φίλη μου η Ειρήνη μου είχε γράψει: «Θα δεις, το περιβάλλον εδώ είναι υπό πίεση. Μην κοιτάς μόνο τη φύση, άκου τους ανθρώπους». Από την πρώτη βόλτα είδα κάδους γεμάτους πλαστικά, σακούλες να πετούν και σημάδια ρύπανσης κοντά στο λιμάνι.
Την επόμενη μέρα συναντηθήκαμε στο καφενείο του χωριού. Η Ειρήνη, που δουλεύει σε μικρό κέντρο ενημέρωσης, μου έδειξε έναν χάρτη με μονοπάτια και προστατευόμενες περιοχές. «Το οικοσύστημα στα ξερολιθικά χωράφια είναι ευαίσθητο», είπε. «Κι όταν ο τουρισμός ανεβαίνει χωρίς σχέδιο, έχουμε αλλαγή στις συνήθειες: περισσότερα απορρίμματα, περισσότερη ενέργεια, περισσότερη πίεση στο νερό». Ο Μάρκος, ένας ψαράς που καθόταν δίπλα μας, γύρισε και πρόσθεσε: «Και το κλίμα δεν είναι όπως παλιά. Οι χειμώνες είναι πιο ήπιοι, τα καλοκαίρια πιο ξερά. Η θάλασσα ζεσταίνεται, τα ψάρια αλλάζουν δρόμο». Τα λόγια του έμειναν μέσα μου, γιατί δεν τα είπε σαν πολιτικός, αλλά σαν άνθρωπος που μετράει τη ζωή του με τις εποχές.
Το απόγευμα περπατήσαμε προς έναν μικρό όρμο, εκεί όπου συνήθως οι επισκέπτες βγάζουν φωτογραφίες. Στην άμμο υπήρχαν καλαμάκια, κομμάτια από δίχτυα και ένα σπασμένο φελιζόλ. Έσκυψα αυθόρμητα να μαζέψω, αλλά ένιωσα θυμό: γιατί πρέπει πάντα κάποιος άλλος να καθαρίζει; Η Ειρήνη με κοίταξε και είπε ήρεμα: «Αν θέλουμε προστασία, πρέπει να την κάνουμε πράξη. Η ανακύκλωση δεν είναι μόδα, είναι καθημερινή συνήθεια». Ο Μάρκος έφερε ένα σακί από το καΐκι του. «Πάρτε αυτό. Αλλά να ξέρεις», μου είπε, «οι τουρίστες δεν φταίνε μόνο. Κι εμείς οι ντόπιοι πετάμε, όταν βιαζόμαστε ή όταν λέμε “σιγά, δεν πειράζει”». Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι το πρόβλημα δεν έχει έναν “κακό”, αλλά πολλούς μικρούς συμβιβασμούς.
Το βράδυ, στο σπίτι που νοίκιαζα, άκουγα τον αέρα να σφυρίζει στα παντζούρια και σκεφτόμουν τη βιωσιμότητα σαν κάτι χειροπιαστό, όχι σαν σύνθημα. Έγραψα σε σημειωματάριο: «Λιγότερο πλαστικό, περισσότερο σεβασμό». Το πρωί πήγα στο μίνι μάρκετ και αγόρασα επαναχρησιμοποιούμενο μπουκάλι. Στη στάση του λεωφορείου είδα μια αφίσα: «Καθαρή ακτή, καθαρό μέλλον». Δίπλα, μια ομάδα νέων μοίραζε φυλλάδια για μείωση απορριμμάτων και σωστό διαχωρισμό. Μια κοπέλα μου είπε: «Δεν είναι μόνο η ρύπανση που βλέπεις. Είναι και η αόρατη: η σπατάλη ενέργειας, οι άσκοπες μετακινήσεις, η κακή διαχείριση». Τα λόγια της με έκαναν να νιώσω συμμετοχή, σαν να μπορούσα κι εγώ να αλλάξω κάτι μικρό.
Το μεσημέρι η Ειρήνη με πήγε σε μια ταράτσα με θέα τις ανεμογεννήτριες μακριά. «Στο νησί συζητάμε για ανανεώσιμη ενέργεια», μου εξήγησε. «Άλλοι φοβούνται ότι θα χαλάσει το τοπίο, άλλοι λένε ότι είναι ο μόνος τρόπος να μειώσουμε τα καύσιμα». Ο Μάρκος, που είχε έρθει κι αυτός, ρώτησε: «Και ποιος αποφασίζει; Εμείς ή κάποιος από την Αθήνα;» Η Ειρήνη απάντησε: «Θέλουμε διάλογο. Ανανεώσιμος δεν σημαίνει αυτόματα σωστός, χρειάζεται σχεδιασμός για να μην πληγώσουμε τη φύση». Εγώ κοιτούσα τα άσπρα χωριά και σκεφτόμουν πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στην πρόοδο και στην απώλεια.
Την τελευταία μέρα οργανώσαμε μια μικρή δράση στο λιμάνι: καθαρισμό, ενημέρωση και μια συζήτηση με καταστηματάρχες. Ένας ιδιοκτήτης καφέ γκρίνιαξε: «Αν βάλω μόνο χάρτινα καλαμάκια, θα πληρώσω παραπάνω». Η Ειρήνη του είπε: «Το κόστος το πληρώνουμε έτσι κι αλλιώς, απλώς το πληρώνει η θάλασσα και μετά το πληρώνουμε εμείς». Εγώ πρόσθεσα: «Αν το νησί δείξει ότι σέβεται το περιβάλλον, αυτό θα φέρει και καλύτερο τουρισμό». Ο Μάρκος χαμογέλασε πρώτη φορά: «Να δεις που όταν οι άνθρωποι βλέπουν πράξη, ακολουθούν». Όταν έφυγα με το πλοίο, το μελτέμι συνέχιζε, αλλά μέσα μου ένιωθα μια ήσυχη αλλαγή: ότι η προστασία δεν είναι μια μεγάλη ιδέα, είναι πολλές μικρές επιλογές που κρατούν ένα οικοσύστημα ζωντανό.